Παρασκευή, 27 Νοεμβρίου 2009

Διαχρονική συνέντευξη με τον Γιώργο Κουνδουρο!

Μνήμες και θέσεις

Για όσους τυχαίνει να μην γνώρισαν τον Γιώργο Κούνδουρο, θα’θελα να πω ότι είναι ένα άγραφο βιβλίο που φοβάμαι ότι δε θα γραφτεί ποτέ. όπως ήταν ο Σωκράτης και ο Διογένης...
Λένε ότι μερικές φορές η σιωπή κάποιου λέει πολλά. Ο Κούνδουρος όταν θέλει να σωπάσει φλυαρεί.
Η Άνοιξη τού 67 τον βρήκε στο Παρίσι και για κείνη την εποχή θυμήθηκε να μου πει μερικά πράγματα συνοδεύοντάς τα με προφητικές αιχμές για τις μετέπειτα εξελίξεις.

—«'Οπως ξέρεις, η κήρυξη της δικτατορίας του '67 με βρήκε στο Παρίσι, στην Ανρύ Μπαρμπίς που ερχόσουνα και συ. Είχα κάθε δυνατότητα τότε να ξέρω ποιοι και πόσοι περίπου ερχόντουσαν στο εξωτερικό και γιατί ερχόντουσαν...
Ε λοιπόν είναι απίστευτο. Φύγανε αυτοί που θέλανε απλώς να φύγουνε, για να πούνε μετά πως φύγαν για να μην τους πιάσουν. Έφυγαν γιατί ήταν μια κατάλληλη ευκαιρία για περιπέτεια, στη Ρώμη και στο Παρίσι και για να το πούμε πιο απλά, όλοι αυτοί που έφυγαν, μπορούσαν να φύγουν και είχαν και τα μέσα. Κανένας δεν τους κυνηγούσε και από κανέναν δεν κινδύνευαν...
— Απ' όσο ξέρω και από ό,τι θυμάμαι, εκεί δημιουργήθηκε ένα κλίμα δήθεν Ελληνικό, δήθεν αντιστασιακό που «παιζόταν»...
— Ναι, ακριβώς, «παιζότανε», Ο κάθε δικός μας που ερχόταν εκεί, είχε την ανάγκη να ηγηθεί και μιας ομάδας. Επειδή εγώ κυκλοφορούσα μποέμικα, επειδή διέθετα μπουφάν πέτσινο πιθανώς, όλοι όσοι σκέφτονταν να ηγηθούν μιας τέτοιας ομάδας με καλούσαν.
Και ήτανε αυτοί καμιά τριανταριά, όχι ένας και δυο. Επειδή δε, δεν είχανε κανένα μέσο ή όπλο στα χέρια τους - τι τους χρειάζονταν άλλωστε αφού δεν τους ενδιέφερε μια συγκεκριμένη δράση παρά μόνο το να ηγηθούν - σκαρφίζονταν διάφορα ευρήματα «αντιστασιακά». Εν ονόματι δε του ευρήματος, διεκδικούσαν τον τίτλο του αντιστασία και μάλιστα του αρχηγού.
Να διηγηθώ μερικές περιπτώσεις που είναι ενδεικτικές:
Με καλεί κάποιος που είχε ένα σχέδιο «αντιστασιακό». Με καλεί με άλλους επτά που επέλεξε. Θα αγοράζαμε λοιπόν ένα λυκόσκυλο και κάποιος από την ομάδα θα επέστρεφε στην Ελλάδα και θά έκανε διάρρηξη στο καθαριστήριο όπου στέλνανε τα εσώρουχα του βασιλιά. Θα τα μύριζε το λυκόσκυλο και όταν πια θα ήταν έτοιμο, θα το αμολούσαμε σε μια από τις μεγάλες γιορτές όπου ο βασιλιάς θα έκανε την συνηθισμένη δημόσια εμφάνιση του με τους επισήμους. Και ο σκύλος θα έτρωγε τον βασιλιά! Αυτός ήταν ένας που ήθελε να ηγηθεί αυτής τής ομάδας. Άλλος ήθελε να κάνουμε απαγωγή του στρατιωτικού ακολούθου μας στο Παρίσι. Να τον πάμε σε κάποιο εξοχικό σπίτι που θάχουμε εκ τών προτέρων νοικιάσει και εκεί να τον βασανίσουμε μέχρι να μας υπογράψει μιά δήλωση μετανοίας «σαν κι αυτή που οι πούστηδες υποχρεώνανε να τους υπογραφούνε οι κομμουνιστές»! Ότι «αποκηρύσσω μετά βδελυγμίας...» Με την ίδια φρασεολογία δε.
Εγώ είχα έναντι όλων αυτών ένα στυλάκι να απαντώ ότι κάθε αντίσταση πρέπει να είναι σοβαρή, για να κερδίσουμε την συμπαράσταση ξένης δύναμης και ότι για να γίνει αυτό πρέπει να δημιουργηθεί αντίσταση από μέσα, πράγμα αδύνατο μιας και τίποτα τέτοιο δε φαινόταν από πουθενά. Έτσι κάθε προσπάθεια θα άρχιζε για να κάνουμε κάτι που αρχικό θα περιέσωζε την ευθιξία μας. Μετά θα βλέπαμε. Αν βγάζαμε μια εφημερίδα και μετά καταφέρναμε να την στέλνουμε και μέσα... Η αντίδραση τους ήταν να μη με ξανακαλέσουν και εγώ να μην ξαναπάω...
Ένας άλλος ήθελε να κάνουμε τηλεκατευθυνόμενη χειροβομβίδα!
— Και να εκτοξευτεί από το Παρίσι;
— 'Οχι, να την στείλουμε μέσα και από εκεί...
Μόνιμη σκέψη μου ήταν να βγει εφημερίδα και βέβαια όταν ήρθε ο Βαρδινογιάννης, πήγα και τον βρήκα, ή μάλλον με κάλεσε όταν ήρθε και μου είπε: «Γιώργο, θέλω κάτι να κάνουμε, πες μου και συ την γνώμη σου. Έχεις καμιά καλή ιδέα;»
Μου φάνηκε - έτσι εγώ τον εισέπραξα - ότι ήθελε να τον φέρω σε επαφή με πρόσωπα γιά να σχηματίσει στο Παρίσι ένα πρώτο κύκλο δικών του ανθρώπων. Του πρότεινα λοιπόν την εφημερίδα και αυτός είπε: «Ωραία ιδέα»! Έκατσα κι έκανα το κασσέ της εφημερίδας και αυτός με καταταλαιπωρούσε όπως πάντα. Εδώ μπαίνει και η... παράξενη στάση του Χριστοδούλου. Όταν ήρθε έξω, έγραψε «στο πόδι» μερικούς κοινούς στίχους:
Πως «χάνομαι στις μεγάλες λεωφόρους» και «πώς να αιστανθώ στο ρυθμό του μετρό σου» κ.τ.λ. Ανάμεσα σ' αυτά είχε γράψει και μιά πολύ ωραία φράση, ή μιά φράση που τουλάχιστον εμένα τότε μ" έπιασε. Έλεγε: «Απρίλη δε σκοτώνουνε, όσοι δεν τόχουνε-σκοπό, να σφάξουνε το Μάη..» Μ' άρεσε αυτή η φράση που τότε της έδωσα διπλή συμβολική έννοια και τού ζήτησα το δικαίωμα να την χρησιμοποιήσω σαν σλόγκαν στην εφημερίδα. Αυτός φυσικά" κολακεύτηκε και δέχτηκε πρόθυμα. Έκανα το κασσέ τής εφημερί­δας όπου η αριστερή στήλη τής πρώτης σελίδας ήταν κατάμαυρη -ένδειξη πένθους - και πήγαινε μέχρι κάτω, έξω από το περιθώριο, όπως και πάνω. Χαμηλά με αρνητικά γράμματα έγραψα τό σλόγκαν που προανέφερα. Όταν το είδε ο Χριστοδούλου σκέφτηκε ίσως ότι μπορεί και να βγει η εφημερίδα τελικά και μου είπε: «Σε παρακαλώ βγάλε το ποίημα.. Ζούμε σε ξένη χώρα και δεν ξέρουμε ποιος είναι ο διπλανός μας και τι μπορεί να συμβεί. Οι χαφιέδες κυκλοφορούν παντού...»*
Τώρα, πώς έκοψα τις σχέσεις μου με τους φοιτητές: Με κάλεσαν κάπου όπου θα γινόταν μιά συγκέντρωση. Εκεί σηκωνόταν ο καθένας και έλεγε τρελλά πράγματα. * Ελεγε «να πάμε στα σύνορα» κι εγώ γελούσα από κάτω. Τότε κάποιος ομιλητής είπε: «ο κύριος αυτός δεν είναι φοιτητής»» κι εγώ είπα: «Ο φοιτητής αυτός δεν είναι κύριος»... και έφυγα.
— Αν όχι τίποτα άλλο, η φαιδρότητα όλων αυτών δεν σε εξόργιζε; Σήμερα λένε ό,τι θέλουνε και δεν βρίσκεται κανένας να τους σταματήσει.
— Κοίταξε, εγώ πάντα μπερδευόμουνα με τα «γιατί»...
— Ναι το ξέρω αλλά από την άλλη ξέρω ότι κατέχεις μιά απόλυτα κριτική θέση έναντι των πάντων. Το «αρνούμαι την χειραψία με ένα ηλίθιο», δεν εξυπηρετεί να το εφαρμόζουμε πάντα παθητικά. Γιατί θα πρέπει εξ αιτίας της όποιας ακαταδεξίας μας, να τους κάνουμε την χάρη να σωπαίνουμε; Όλοι αυτοί πού πήρανε πάλι τις θέσεις, μας «παίζουνε» μιά ζωή. Το ξέρεις και τους ξέρεις...
— Δεν πήρανε τα «οφίτσια» γιατί ήταν ικανοί ή έντιμοι, αλλά γιατί ήταν στο κόμμα...
—... Το τραγικό είναι πως δεν ήταν ούτε στο κόμμα...
—... Τα πήραν γιά να μπουν...
Με θυμώνουν τα πάντα. Και ο θυμός μου με περισώζει καθώς και οι ενοχές μου. Θα έλεγα ότι οι μεν ενοχές μου με περισώζουν στις σχέσεις μου με τους άλλους (δηλαδή με σπρώχνουν να προσπαθώ να είμαι εν τάξει άνθρωπος) και ο θυμός μου με περισώζει στις σχέσεις μου με τον εαυτό μου. Γυρίζω στη φράση αυτού που αρνείται την χειραψία με έναν ηλίθιο. Γιατί όχι; Αν γενικεύσεις θα δεις ότι η κοινωνία ολόκληρη είναι μιά αποτυχημένη ιστορία, ότι οι άνθρωποι είναι μιά αποτυχημένη ιστορία, ότι και η Ιστορία είναι μιά αποτυχημένη ιστορία...
Τότε θα δεις ότι τα πάντα, μα τα πάντα και όταν λέμε τα πάντα εννοούμε τα πάντα, εναλλάσσονται και συναλλάσσονται με ένα τρόπο που είναι αδύνατο να τον εγκρίνει κανείς,
Είναι γνωστό ότι όλοι μας είμαστε λίγο - πολύ ψυχοπαθείς. Όλοι μας. Η ψυχοπάθεια δε -το ξέρουμε όλοι - είναι για να μας σώζει! Μη κοιτάς τώρα που ο κόσμος δεν διαλέγει σωστά τις ψυχοπάθειές του...
Εγώ έχω διαλέξει αυτή την ψυχοπάθεια της απάθειας την οποία νομίζω ότι την έχω επιλέξει πάρα πολύ σωστά, μέσα σ' ένα κόσμο όπου τα κριτήρια του είναι αλλαμπουρνέζικα, όπου οι αξίες του είναι ύποπτες, όπου τα βραβεία του δεν βαραίνουν και ποτέ δεν πληρούται έτσι το όραμα τής ευτυχίας που είναι ο μοναδικός άξιος στόχος.

* Ο ποιητής αυτός - πού «έφυγε»- αναφέρεται, όχι σαν εξαίρεση αλλά σαν παράδειγμα αυτού πού υποστηρίζεται εδώ: του γεγονότος ότι γενικά η μεγάλη πλειοψηφία διανοουμένων και καλλιτεχνών με κάποιο όνομα, απόφυγαν να αγωνιστούν τότε για να μην διακινδυνέψουν και μετά τη δικτατορία ξαναγύρισαν διατηρώντας πάντα καλές σχέσεις με τα κυκλώματα και τον τύπο ή την Τηλεόραση και την ραδιοφωνία.. Σχετικά με όλα αυτά. πολύ εύστοχα η Μ. Ρεζάν και η Ν. Μούσχουρη αναγκάστηκαν να παραδεχτούν σε συνέντευξή τους ότι κατά την επταετία φοβόντουσαν να μιλήσουν…

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου